Η Ελλάς υπήρξε καλλίλυχνος φανός κείμενος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, και τον οποίον ο Θεός ανάπτει άλλοτε μεν προς φωτισμόν της Ευρώπης, άλλοτε δε προς φωτισμόν της Ασίας.
Σκαπανείς ημείς αυθάδεις, καταρρίπτομεν σήμερον το Φραγικόν τούτο και πτωχόν οικοδόμημα [του Κοραή] και ανεγείρομεν από του μνήματος την Ελληνικήν γλώσσαν των προγόνων.
Η Ελληνική αρχαία γλώσσα περιέχει θησαυρόν φράσεων ευλήπτων· ταύτας λαμβάνοντες και παρά γνωστάς λέξεις βάλλοντες ενίοτε την άγνωστον λέξιν επιζητείτε απλήν και εύληπτον την σύνταξιν. Ούτε ο Ηρόδοτος και ο Ξενοφών, ούτε ο Όμηρος και Ησίοδος πολύπλοκον ετεχνάζοντο την σύνταξιν. Χρέος απαραίτητον του γράφοντος εστίν η ευκρίνεια· μάλιστα δε σήμερον, ότε το έθνος αναλαμβάνει την πάτριον αυτού γλώσσαν και ως νήπιον εκμανθάνει αυτήν.
Αποφύγετε, ω νέοι! και το μακαρονικόν ύφος, ή την ανάμιξιν της Νεογραικικής γλώσσης μετά του ακράτου και αρχαιοπρεπούς Ελληνισμού.
Η γλώσσα υμών έστω καθαρά και διαυγής ως τα διαφανή νάματα· χρώματα δε αυτής έστωσαν το σύντονον, το εμβριθές, και ποτέ μεν το φοβερόν, ποτέ δε το ιλαρόν. Έστω δε μάλιστα η διάνοια υψηλή και δυναμένη κινήσαι πάθος, διότι άνευ της διανοίας ουδέν εστίν ο λόγος.
Τα πνεύματα τα έξοχα ζητούν την ερημίαν
και φεύγουν την μετά κοινών ανθρώπων κοινωνίαν,
καθώς ο μέγας πλάτανος τας ρίζας του δεν βάλλει,
παρ’ όπου πλατανόκορμοι δεν τον εγγίζουν άλλοι.
Το παν άλλαξε, κ’ η φύσις, και οι άνθρωποι, κι ο χρόνος.
Πλην δεν άλλαξεν ο πλάστης· δεν αλλάζει αυτός μόνος.
Στο πανδοχείον έτυχα του κόσμου διαβάτης.
Καλύτερα ο άνθρωπος να ήταν κρύα πέτρα,
παρά να έχη αίσθησιν και φρόνησιν και μέτρα!
Των καρδιών μας τας πληγάς ο χρόνος βαλσαμώνει·
στου χρόνου τα πτερά πετούν οι ψυχικοί μας πόνοι·
ο άνθρωπος γλυκογελά, θρηνεί και πάλιν χαίρει·
αιώνια αισθήματα το στήθος του δεν φέρει.
Η γη σε φαίνεται στενή; στον ουρανόν υψώσου·
οι άνθρωποι σ’ αδίκησαν; στον Πλάστην προσηλώσου.
Η χήνα η βαρύπτερη τα χαμηλά γυρεύει·
του Άθωνος ο αετός στα νέφη ταξιδεύει.
Εις της αιωνιότητος τας αχανείς εκτάσεις
σημεία διαβάσεως τι κέρδος αν αφήσω;
κερδίζ’ η ναυς η τρέχουσα εις κύματα θαλάσσης,
εάν αφίν’ υδραύλακας η πρύμνη της οπίσω;
Ακόμα νέαν με θαρρούν!... ωσάν τα γηρατεία
τα φέρει μόνον η λευκή και κρύα ηλικία!
Τους ανθρώπους ταλανίζω
και τους γέρους και τους νέους·
άλλο ζώον δεν γνωρίζω
τόσον άξιον ελέους·
όλη από δάκρυά των,
όλη από αίματά των
περιρραίνεται η γη·
το εξέχον λογικόν των
είν’ αυτών των συμφορών των
η πρωταίτιος πηγή.
Καθώς η πεύκη δάκρυον η λύπη καρπόν έχει.
Είν’ εύκολον του ποταμού το ρεύμα να κρατήσης,
πλην όχι δάκρυ τρυφεράς ψυχής να σταματήσης·
το δάκρυον ενίοτε το λαχταρούμεν τόσον!
Και τόσην εις του στήθους μας τας φλόγας χύνει δρόσον!
Η ζωή φορτίον είναι, πλην η κάμηλος δεν ρίπτει
το φορτίον εις τον δρόμον,
εις τον ευπειθή της ώμον
το βαστάζει κι αν ασθμαίνη κι αν απηυδημένη πίπτει.
Από τι χάος ήλθαμεν... τι χάος μάς προσμένει!...
Κτυπά η ώρα... ως αυτή ο άνθρωπος πηγαίνει.
Εις αυτήν την τερπνήν ώραν, Πλάστα μου! αν αποθάνω
εις το στήθος της επάνω
κ’ εις τους κόλπους της αφήσω την πνοήν και την φωνήν,
ο Παράδεισός σου θέλει έχει τόσην ηδονήν;
Το άνθος μαραίνεται,
το φύλλο ξεραίνεται,
ο κόσμος περνά,
και μόνος ο θάνατος
επλάσθη αθάνατος·
αυτός δεν γερνά.
Μεταξύ φλογών μεγάλων,
η βοώσα ούτω Αίτνα της μεταβολής των Γάλλων
έρριψε τον Βοναπάρτην τον υιόν της ειμαρμένης.
Έτεκε τον γίγαντά του ο σεισμός της οικουμένης.